Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

«Καλαμαράκι day»!!!!!!




Το τελευταίο διάστημα η τηλεόραση στο σπίτι δίνει και παίρνει. Παλιά βάζαμε μια ταινία, περνούσε η ώρα. Τώρα, βλέπουμε τα κανονικά κανάλια και που και που αυτά της συνδρομητικής. Ειδήσεις, σειρές, εκπομπές κτλ κτλ... Φυσικά δε θα μπορούσαν να λείπουν, από το «πρόγραμμα» και οι διαφημίσεις. Εκτός των πολιτικών διαφημίσεων, λόγω της περιόδου, παρελαύνουν ξυραφάκια, χάπια και αλοιφές για αδυνάτισμα (λόγω του επερχόμενου καλοκαιριού) και εδώ και λίγο καιρό, το «Καλαμαράκι day».

Βλέπεις χαρούμενους εργάτες, που πετάν τα καπέλα τους από τη χαρά που θα πάνε για ουζάκι και καλαμαράκι με το αφεντικό. Που είναι τόσο χαρούμενοι για το ότι, το αφεντικό, νοιάζεται γι αυτούς που τους πάει, εν ώρα εργασίας, για διασκέδαση. Που βάζουν τα μπλουζάκια πάνω από το πουκάμισο και τη γραβάτα.  Η κοροϊδία σε όλο της το μεγαλείο. Οι διαφημίσεις της συγκεκριμένης εταιρίας, προσβάλλουν την καθημερινή αγωνία των εργαζομένων, της μάνας που δουλεύει τρεις δουλειές για να προσφέρει τα πάντα στο παιδί της. Από τη «δωρεάν» μάθηση στο σχολείο, τις «δωρεάν» σπουδές στο ελληνικό πανεπιστήμιο μέχρι τα όσα μπορεί να χρειαστεί στην «δωρεάν» υγεία και πρόνοια της χώρας. Τον άνεργο που πέρασε από τον Άννα στον Καιάφα για να βρει αυτή τη δουλειά για 400 ευρώ (και ίσως πολλά λέω) και που επειδή κάποια στιγμή θα απεργήσει ή θα ζητήσει τα δεδουλευμένα του, θα βρεθεί ξανά στο δρόμο.

Ειδικά η πρώτη διαφήμιση. Οι εργαζόμενοι μαζεμένοι όπου τους μιλάει το αφεντικό. Η σκηνοθετημένη αγωνία τους, το πρώτο ζουμ της κάμερας. Ξεκάθαρα ψεύτικη. Είναι βαθύ το βλέμμα του εργάτη και της εργάτριας που βλέπει την ανεργία να έρχεται. Είναι σημαδεμένο το πρόσωπο από την αγωνία του αν θα δουλεύει και αύριο. Ευχαριστεί το θεό που είναι καλά και μπορεί να εργάζεται για να θρέψει τον ίδιο και την οικογένειά του. Δε λέει «να είσαι καλά αφεντικό». Αυτά ούτε στις ελληνικές ταινίες.

Σε αυτές, με πιο κλασική το «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια» (1966) καθώς ταιριάζει και με το σημερινό «καλαμαράκι day», την απόλυση την έκανε ο γλείφτης της επιχείρησης, όχι το αφεντικό.  Ο «Δαράκης» που περιμένει στην πόρτα για να δώσει «ένα ραβασάκι. Είναι λίγο καθυστερημένο βέβαια αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ». Ομως, αν και η ταινία κλείνει με τον Ξενίδη (Σπύρος) να λέει πως «πρώτη φορά βλέπω το κεφάλαιο να περιβάλλει με τόση στοργή τον εργαζόμενο», η αντίδραση του Λάμπρου Κωνσταντάρα (Αντώνης Δέλβης) που στέλνει τους χαφιέδες να δουν ποιοι θα πάνε στην Μαραθώνια πορεία Ειρήνης ή όταν απολύει τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ (Γιώργος Νικολαΐδης), αποδεικνύει το πραγματικό πρόσωπο του κεφαλαίου.  «Η Ομοσπονδία δεν μπορεί να μου πει τίποτα. Γιατί με την Ομοσπονδία εξηγήθηκα σαφώς και κατηγορηματικώς. Είπαμε, να τον κρατήσω καμιά δεκαριά μέρες. Εγώ τον κράτησα σχεδόν ένα μήνα. Τον πήγα και εκδρομές, τον ψυχαγώγησα. Να τον αποζημιώσω και στα τέλη του μηνός να πάει στη δουλειά του...». Ή για τη συμμετοχή στην Πορεία Ειρήνης. «Τι θα πει Πορεία Ειρήνης και πράσινα άλογα. Οποιος θέλει την Ειρήνη, κάθεται στα αυγά του. Αλλά δε φταίνε αυτοί. Το κράτος φταίει. Που δείχνει τέτοια ανεξήγητη ανεκτικότητα σε όλου αυτού του είδους τα καμώματα». Μάλιστα, εξεγείρεται όταν ακούει πως πρέπει να αποζημιώσει τον Νικολαϊδη, το ταραχοποιό στοιχείο που θέλει να τον απολύσει από την αρχή της ταινίας. «Α, θα πληρώσω και από πάνω. Ωραία. Και ύστερα λέμε ότι έχουμε και δημοκρατία. Τι σόι δημοκρατία είναι αυτή, να μην είναι κανείς ελεύθερος να κάνει κουμάντο στη δουλειά του;». Και όταν του λέει ο «Σπύρος» (Γ. Ξενίδης) να τους δώσει ότι τους ζητάνε, να δείξει λίγη αγάπη, λίγη τρυφερότητα στους εργαζόμενους, απαντά: «Εγώ τους αγαπάω. Αυτοί όμως πάνε να μου φάνε το μεδούλι μου».    


Τέλος, δεν είχαν «καλαμαράκι day» στη συγκεκριμένη ταινία. Μπορεί να ήταν στη θάλασσα, να έτρωγαν αλλά πλήρωναν και μάλιστα ακριβά. Χαρακτηριστικός ο διάλογος του Γιώργου Νικολαϊδη  με το γκαρσόνι.
Δημήτρης Παπαμιχαήλ:  «Γκαρσόν; Τι βάζεις εδώ έξι δραχμές;»
Γκαρσόν: «Γίγαντες»
Δ.Π.: «Γιατί μωρέ αδελφέ μου;»
Γ: «Ε, τόσο έχουνε κυρ Γιώργο;»
Δ.Π.: «Ξέρεις πόσους είχε η μερίδα που μου έφερες; 12. Αν τους βάζεις 6 δραχμές τη μερίδα, έρχεται ένα πενηνταράκι ο γίγας». 
Γ: «Ε, τι φταίω εγώ κυρ Γιώργο; Το αφεντικό»
Δ.Π.: «Ετσι όπως έχετε κάνει τις τιμές μωρέ αδελφέ μου δε θα ερχόμαστε εδώ να τρώμε εδώ. Θα πηγαίνουμε στο Χίλτον να μας έρχεται και φθηνότερα».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου