Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

«Με κάνεις εμένα ... ;»



Ξυπνώντας πρωί πρωί διαπίστωσα ότι η βροχή έπεφτε στους δρόμους της Αθήνας. «Πάλι μποτιλιάρισμα θα φάω» σκέφτηκα, καθώς είχα να κατέβω για δουλειές στο κέντρο της Αθήνας. Εφτιαξα καφεδάκι, έκανα τα τέσσερα τσιγάρα που έλεγε και ο Παπάζογλου στην «καλημέρα» για να μη τα βλέπω μαύρα, ετοιμάστηκα και πήγα στο αμάξι.

Το ραδιόφωνο συντονισμένο στις ειδήσεις. Βίτσιο και αυτό, μου λένε φίλοι και γνωστοί, να ακούς ειδήσεις. «Βάλε κανένα τραγουδάκι να χαρείς» αλλά εγώ τίποτα. Εκεί. Να ακούω για συλλήψεις, για νέα μέτρα, για φόρους και όλα τα συναφή. Εκείνη τη στιγμή, πάντα, κοιτάζω το δείκτη της βενζίνης και έρχεται η ασυναίσθητη κίνηση του χεριού που μπαίνει στην τσέπη για τον εντοπισμό χρημάτων.


Ακούω τις εξαγγελίες του υπουργού Οικονομικών για τους φόρους. «Δικαιότερος» ο νέος φόρος «από τον προηγούμενο γιατί, παίρνει... λιγότερα από περισσότερους». Χαράτσι από εδώ, φόρος από εκεί, που θα πάει, σκέφτομαι. Και εκεί είναι που αρχίζει ο συλλογισμός. 6 ευρώ ο καπνός για δύο μέρες, 0,50 τα χαρτάκια, 1,5 τα φιλτράκια. 10 ευρώ βενζίνη για δύο άντε τρεις μέρες. Εμ, με κάνεις υπουργό Οικονομικών για ένα εξάμηνο; Δε με κάνεις...

Προχωρώντας πέφτω σε πορεία. Κλειστός ο δρόμος μπροστά και αναγκαστικά θα πρέπει να κάνω τον κύκλο. Υπομονετικός στο μποτιλιάρισμα, στις κόρνες και τους «τσαμπουκάδες» οδηγών που θέλουν με το ζόρι να μπουν μπροστά στον άλλον για να φτάσουν ένα αμάξι πιο κοντά στο φανάρι. «Τι νόημα έχουν όλα αυτά, τι τρέχω να προλάβω, πέρασε η μισή ζωή, δίχως να καταλάβω» έλεγε ο Παπάζογλου στο παραπάνω τραγούδι, το οποίο, εκείνη τη στιγμή, άρχισα να σιγοψυθιρίζω.

Μέσα σε αυτόν τον κακό χαμό, χτυπάει και το τηλέφωνο. «Που είσαι;» με ρωτούν. «Μπλοκαρισμένος λίγο πριν την Βουλή» απαντάω. Και αρχίζω χαμογελώντας την «γκρίνια». «Δύο τροχονόμοι μπροστά μου, έκλεισαν την Αμαλίας. Μας στέλνουν από την Ξενοφώντος. Οκ, την έκλεισαν. Δύσκολο ήταν να βάλουν έναν τροχονόμο κάτω στη Φιλελλήνων να ανοίγει το δρόμο; Αντί να περνούν τέσσερα αμάξια από το φανάρι να περνούν οκτώ». Εισπράττω την απάντηση: «Για να μην το κάνουν, κάποιο λόγο θα έχουν». «Σιγά μην το σκέφτηκαν. Εμ, με κάνεις διευθυντή της Τροχαίας; Δε με κάνεις... ».

Η διαδρομή μεγάλη και τα ζιγκ - ζαγκ στα στενάκια αρκετά προκειμένου να φτάσω στο γραφείο. «Νέα γκάλοπ δείχνουν τη "Χρυσή Αυγή" να κρατά ψηλά ποσοστά» συνεχίζει η εκφωνήτρια. Τάγματα εφόδου, στρατολογήσεις νέων παιδιών και άλλα εμπλουτίζουν το «ρεπορτάζ» τη στιγμή που το μυαλό μου τρέχει σε σχολεία, σε θρανία ζωγραφισμένα με κάθε λογής σύμβολα και με βιβλία ιστορίας μακριά από τα πραγματικά γεγονότα. Εμ, με κάνεις υπουργό Παιδείας; Δε με κάνεις...

Οι πολλές «θέσεις εργασίας» που είχα σε μία μέρα, μου έφεραν στο μυαλό τον Νίκο Σταυρίδη στην ταινία του 1959 «Ανθισμένη Αμυγδαλιά».  Ο «Παναγής», καφετζής στην παλιά Αθήνα, συναναστρέφεται με γνωστούς, για την εποχή, πολίτες και έχει ως μόνιμη ατάκα το «με κάνεις πρωθυπουργό;». Οι φόροι του κράτους, θα μετακυληθούν άμεσα στους πελάτες. «Από σήμερα, δεκάρα και καφές. Βλέπεις ο Τρικούπης...» λέει στον νεαρό ποιητή Γ. Δροσίνη που υποδύεται ο Α. Μπάρκουλης. «Που θα πάμε κύριε Γιώργο μου; Δεν έχουμε πολιτικούς. Με κάνεις εμένα πρωθυπουργό για έξι μήνους;  Να σου πω εγώ. Δε διάβασες για τον καινούριο λουφέ που γράφουν οι εφημερίδες; Ετοιμάζονται πάλι να φάνε τα λεφτά του κοσμάκη».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου