Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Καλό Βόλι!



Λίγες ώρες έμειναν πριν την έναρξη των εκλογών, των πιο σημαντικών εκλογών των τελευταίων ετών όπως λένε τα ΜΜΕ. Πολλοί πολιτικοί  μίλησαν (όχι πλέον από μπαλκόνια) και πολλοί κατάλαβαν τα λεγόμενά τους. Οι εκλογές αυτές περιέχουν πολιτικές, φιλοευρωπαϊκές στη συντριπτική πλειοψηφία τους, που εκφράζονται με τυπωμένα χαρτιά τα οποία θα μοιραστούν στον λαό. Έναν λαό για τον οποίο νοιάζονται όλοι αλλά όταν περάσει η 25η Γενάρη (η 17η Ιούνη του 2012, η 4η Οκτώβρη 2009 αντίστοιχα και πάει λέγοντας), η πλειοψηφία τους θα χαθεί στα έδρανα της Βουλής και στα μεγάλα λόγια, στα γραφεία των κομμάτων της. Μακριά από τον λαό, που προεκλογικά έταζαν και στήριζαν στο δίκιο του.

Υπάρχει όμως και ένα κόμμα το οποίο, πραγματικά, λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Το μόνο που έκανε σε αυτή την προεκλογική περίοδο ήταν να καλέσει να ανακαλέσει ο λαός στη μνήμη του, αυτά που του έλεγαν. Το «όνειρο» της Ευρώπης, εκεί όπου οι Έλληνες και οι Ελληνίδες θα φάνε με χρυσά κουτάλια. Όπου το ευρώ θα τους σώσει. 


Και δώσε τον Σημίτη να χαρίζει το σακουλάκι με τα «γιούρος» στον δολοφόνο των λαών Τζόρτζ Μπους τζούνιορ αλλά και το μπλουζάκι των Ολυμπιακών Αγώνων (ναι, αυτό με την Αθηνά και τον Φοίβο, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 όπου νίκησε το κέρδος των εταιριών – χορηγών με τους χιλιάδες «εθνικά υπερήφανους» εθελοντές και οι εθνικοί εργολάβοι με τα υπερκοστολογημένα έργα), αγορασμένο από το αεροδρόμιο, μέσα σε μια τσάντα duty free. Και από την άλλη, τον Έλληνα και την Ελληνίδα – τα «περήφανα νιάτα, τιμημένα γηρατειά που συχνά πυκνά τόνιζε ο Α. Παπανδρέου – να αγοράζει κουλούρι με 50 δραχμές τη μία μέρα και 50 cents (170,375 δραχμές) την επόμενη της αλλαγής του νομίσματος.

Αυτή την Ευρώπη, χτισμένη στο κέρδος των ομίλων που θέλησαν το κοινό νόμισμα και τα κοινά σύνορα για να μην έχουν δαπάνες, που θα μπορούν οι άνεργοι Ελληνες (και όχι μόνο) να εργαστούν με μισθούς πείνας, χειρότερους από τους ελληνικούς μισθούς, δεν την υπηρετεί αυτό το Κόμμα. Δεν τη θέλει. Μία ενωμένη Ευρώπη όπου σταματά τις αγροτική παραγωγή με την ποσόστωση, που φέρνει σε απόγνωση  και λουκέτα σε αγρότες, εργάτες, βιοτεχνίες και μικρομάγαζα.

Θα μου πείτε, δεν υποσχέθηκε κάτι αυτό το «πολυδιαφημιζόμενο» κόμμα; Πολλά. Πρώτα από όλα ότι από την επόμενη μέρα, από τις 26 Γενάρη (εκείνη την ημέρα που άλλοι λένε ότι θα έρθει η ελπίδα όπως με τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές του Μάη που έλεγαν πως «25 ψηφίζεις, 26 φεύγουν» αλλά ακόμα εδώ είναι), θα είναι ξανά στο δρόμο. Ξανά στους τόπους δουλειάς, δίπλα στον εργάτη, δίπλα στην άνεργη γυναίκα που καλείται να κρατάει το παιδί της αφού δεν το δέχονται στον παιδικό σταθμό, δίπλα στους ανθρώπους που αναζητούν δουλειά, δίπλα στον αγρότη που βλέπει την αδιάθετη (ελέω Ευρωπαϊκής Ένωσης) παραγωγή του να σαπίζει, δίπλα στον συνταξιούχο που μετρά τα ψιλά του για να αγοράσει μία σοκολάτα στο εγγόνι. Δίπλα στους αγώνες του, όπως άλλωστε έκανε πάντα, χωρίς να αναζητά κάτι. Μόνο την επανάσταση του...

Δεύτερο ότι θα παραμείνει ίδιο και μετά τις εκλογές. Ότι δε θα συμμετέχει στο τρικ του μαγικού κουτιού που λέγεται κάλπη. Αυτού που άλλο κόμμα βάζεις μέσα και ως δια μαγείας, την άλλη μέρα των εκλογών μεταμορφώνεται (πολιτικά) σε άλλο, διαφορετικό από αυτό που παρουσιαζόταν πριν τις εκλογές.

Τρίτο και σημαντικότερο ότι δε θα δώσει βοήθεια σε αυτούς που κοροϊδεύουν το λαό. Που προσπαθούσαν να τον πείσουν ότι οι ευρωεκλογές δε θα αλλάξουν τον τόπο. Αλλά ούτε και οι εθνικές εκλογές. Την ίδια στιγμή, μέχρι σήμερα σε αυτές τις 22 μέρες της προεκλογικής περιόδου, όλοι μιλάνε για τη θέση της Ελλάδας μέσα στην ΕΕ. Για το χρέος της στην Ευρώπη και αλλού. Για τις δεσμεύσεις της νέας – παλιάς κυβέρνησης. Ακόμα και αυτής που αναμένεται να σχηματιστεί και πριν λίγο καιρό υποσχόταν το σκίσιμο του μνημονίου. Το σκίσιμο του χαρτιού που μετά μετατράπηκε σε ευαγγέλιο γι αυτούς.

Αν και έχω αναφέρει ξανά την ταινία, σήμερα που την είδα αποφάσισα να παραθέσω ένα κομμάτι της. Στο «Μάθε παιδί μουγράμματα» (1981), ο «σγουρομάλλης» «Δημοσθένης» (Κώστας Τσάκωνας) κατά τον πατέρα του Περικλή Παπαχριστόφορο, (Βασίλης Διαμαντόπουλος) επιστρέφει στην Ελλάδα, στο χωριό του και στην οικογένειά του μετά από χρόνια σπουδών ως μηχανολόγος – μεταλλιολόγος με ειδικότητα στις υψικάμινους. Αλλά δουλειά γιοκ, όπως γιοκ και η αναγνώριση των σπουδών του από το κράτος. Αυτό, όπως η φαλάκρα του «σγουρομάλλη», συνταράσσει τον πατέρα του, που ήταν λάτρης της καθαρεύουσας και της δεξιάς (σε ακραίο βαθμό). Στα παραπάνω ήρθαν να προστεθούν και οι απόψεις του «Δημοσθένη» (κατά την ταινία).

Κατά τη συνέντευξη που δίνει σε δημοσιογράφο της τοπικής εφημερίδας του χωριού, ο τελευταίος τον ρωτά. «Δεν ήξερες ότι υπάρχει κίνδυνος να μείνεις χωρίς δουλειά;».

Και ο «Δημοσθένης» απαντά:
«Η επιλογή δεν έγινε τυχαία. Οταν ήμουν στο Λονδίνο και αναζητούσα τι τομέα θα διαλέξω, η κυβέρνηση εξήγγειλε νέα μέτρα για την αξιοποίηση του ορυκτού μας πλούτου. Αυτό για μένα άνοιγε ένα δρόμο για επιστημονική ειδίκευση ανωτέρου επιπέδου. Βέβαια, εκείνο τον καιρό ένας μεγαλοβιομήχανος έλεγε ότι ο ορυκτός μας πλούτους είναι προίκα της καθυστερημένης Ελλάδας για το γάμο της με την προηγμένη Ευρώπη. Εχω όλα τα στοιχεία αν χρειαστείς.  Αυτό εγώ τότε δεν το έλαβα υπόψιν. Γιατί σκέφτηκα και είπα, τι πάει να κάνει αυτός; Πάει να τα βάλει με το κράτος; Που να ξέρω όμως ότι κράτος στην ουσία είναι αυτός. Οχι μόνο τον ορυκτό μας πλούτο δώσαμε προίκα στην ΕΟΚ, κυρίως στην ΕΟΚ, αλλά όλη την Ελλάδα. Που να φανταστώ εγώ όταν σπούδαζα εγώ επιστήμονας ότι θα γινόμουνα εγώ μία προίκα. Ολη η Παιδεία έχει γίνει μία προίκα».
Απορημένος από αυτό, ο πατέρας τον ρωτάει. «Τι είναι αυτά που λες παιδί μου;»
Δ: «Δυστυχώς από εκεί είναι που ξεκινά το κακό πατέρα».
Π: «Μα αυτά τα λένε αι κομμουνισταί»
Δ: «Όλος ο κόσμος τα λέει»
Από δίπλα, ο (εκπληκτικός και σε αυτή την ταινία) Νίκος Καλογερόπουλος, αδελφός του «Δημοσθένη» που κεκεδίζει, λέει εμπιστευτικά στο αυτί του Τσάκωνα: «Αυ…τά λέω κι εγώ».

Ο πατέρας συνεχίζει απογοητευμένος: «Παιδί μου… Δεν απόμεινε τίποτα το ιερό. Παιδί μου, δε μου λες, μήπως  θυμάσαι πως τη λέγανε τη μακαρίτισσα τη γιαγιά σου;»
Δ: «Γιατί ρωτάς πατέρα; Ελένη την ελέγανε»
Π: «Ναι παιδί μου, έχεις δίκιο.Βέβαια,  Ελένη την ελέγανε. Μήπως έγινες κομμουνιστής;»
Δ: «Οχι πατέρα».

Ολοι τα λένε κι ας μην είναι κομμουνιστές. Ας κάνουν το βήμα, όπως και εγώ για πολλοστή φορά. Αύριο, με το κόκκινο ψηφοδέλτιο, θα προσέλθω στην κάλπη. Όχι το «Αριστερό», αλλά το ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ!

Καλό Βόλι!


ΥΓ: Λόγω της ημέρας, αξίζει να προσθέσω μία ακόμα ταινία, από τις πάρα πολλές που έχουν ως θέμα τις εκλογές. Αυτή δε θα μπορούσε να είναι άλλη από το «Τζένη Τζένη» (1966), με τον Νίκο Μαντά (Ανδρέας Μπάρκουλης) που κατεβαίνει ως υποψήφιος βουλευτής στο νησί προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα του θείου του Μίλτου  Κασσανδρή (Λάμπρος Κωνσταντάρας). Και προκειμένου να πάρουν την έδρα, γίνεται ο «λευκός γάμος» μεταξύ του Ν. Μαντά και της Τζένης Σκούταρη (Τζένη Καρέζη) που είναι κόρη του Κοσμά Σκούταρη (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος), του τοπικού κομματάρχη που στηρίζει τον πολιτικό αντίπαλο του Μαντά, τον «Γκόρτσο»  (που ποτέ δεν εμφανίστηκε στην ταινία).

Οταν τα «έσπασε» ο Κ. Σκούταρης με τον «Γκόρτσο», προκειμένου να γίνει ο γάμος της κόρης του με τον Μαντά, κάθεται στο καφενείο μαζί με τους συγχωριανούς του. Πρέπει να τους πείσει να αλλάξουν την ψήφο τους, αφού ο Μαντάς θα γίνει γαμπρός του. 
Εκεί του λέει ένας. 
«Λοιπόν κυρ Κοσμά, εγώ τον Μαντά δεν τον έχω παραπάνω από 150 ψήφους». 
Κ.Σ: «Ασε ρε Πετρή. Ολο πολιτικά θα μιλάμε; Και έπειτα που ξέρεις τι θα γίνει ως τις εκλογές;»
Π: «Μωρέ βάζω στοίχημα». 
Κ.Σ.: «Θα το χάσεις».
Π: «Γιατί;»
Κ.Σ.: «Οι εκλογές αυτές είναι μουγκές».
Ενας περαστικός ρωτά τον Κ. Σκούταρη. «Τι έγινε κυρ Κοσμά; Τσακώθηκες με τον Γκόρτσο; Συνάντησα στο παζάρι τον Αγγελή και μου τα είπε. Είναι αλήθεια αυτά κυρ Κοσμά;»
Κ.Σ.: «Μάλιστα, τσακώθηκα. Εσείς γιατί λέτε; Για τον εαυτό μου; Εγώ ούτε δουλειές μου έχω να κάνω, ούτε ανθρώπους μου έχω να διορίσω. Για το νησί, για όλους εσάς. Επήγα εχθες και του μίλησα και δεν τον βρήκα εντάξει». 
Π: «Μα εσύ μας έλεγες...»
Κ.Σ.: «Μου έλεγε και σας έλεγα. Χθες όμως που πήγα και τον βρήκα και του τα έθεσα καθαρά τα πράγματα, μου τα έστριψε. Δε θέλησε ο κύριος να αναλάβει ρητές υποχρεώσεις. Ετσι είσαι του λέω; ο Κοσμάς ο Σκούταρης σε χαιρετάει. Το κόβω σύριζα του λέω αλλά δε σε ψηφίζω. Δεν ξέρω τι θα αποφασίσουν οι φίλοι μου του λέω αν και με πιστεύουν και έχουν σε εμένα πολλές υποχρεώσεις. Ούτε θέλω εγώ να σας επηρεάσω. Για τ' όνομα του Θεού. Αλλά έτσι και ψηφίσει κανείς τον Γκόρτσο, θα του ανοίξω το κεφάλι με την μαγκούρα». 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου